ΟΙ ΙΣΧΥΟΥΣΕΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ ΤΟΥ HPV ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΥ
Οι ισχύουσες ενδείξεις HPV εμβολιασμού στην Ελλάδα!
23 Οκτ 20
2:30 ΜΜ
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ

Χρονοδιάγραμμα HPV εμβολιασμού παιδιών και εφήβων (μικρότερη ηλικία χορήγησης τα 9 έτη):

Στην Ελλάδα διατίθενται σήμερα δύο HPV εμβόλια, το διδύναμο (HPV2) και το εννεαδύναμο (HPV9). Και τα δύο χορηγούνται σε κορίτσια ηλικίας 11 έως <15 ετών σε 2 δόσεις με μεσοδιάστημα 6 μηνών (σχήμα 0,6). Σε περίπτωση που οι 2 δόσεις γίνουν σε μεσοδιάστημα μικρότερο των 5 μηνών, απαιτείται και 3η δόση 6 μήνες μετά την πρώτη δόση και τουλάχιστον 3 μήνες μετά την 2η δόση. Εφόσον η έναρξη του HPV εμβολιασμού γίνει μετά την συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας, χορηγούνται 3 δόσεις εμβολίου ως εξής: Αρχικά η πρώτη δόση, μετά 1 μήνα (για το διδύναμο εμβόλιο) ή μετά 2 μήνες (για το εννεαδύναμο εμβόλιο) γίνεται η δεύτερη δόση και μετά 6 μήνες από την 1η δόση γίνεται η 3η δόση. Το κόστος χορήγησης των HPV εμβολίων σε κορίτσια από 11 έως 18 ετών καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία.

Χρονοδιάγραμμα HPV εμβολιασμού ενηλίκων: Το HPV εμβόλιο συνιστάται στις γυναίκες 18-26 ετών (σε τρεις δόσεις, σχήμα: 0, 1-2, 6). Δεν συνιστάται σε έγκυες γυναίκες, ωστόσο δεν είναι απαραίτητο να γίνεται τεστ εγκυμοσύνης πριν την έναρξη του εμβολιασμού. Εάν διαπιστωθεί ότι μια γυναίκα είναι έγκυος μετά την έναρξη του εμβολιασμού, δεν συνιστάται διακοπή της κύησης και οι υπόλοιπες δόσεις συμπληρώνονται μετά την ολοκλήρωση της κύησης. Ο HPV εμβολιασμός συνιστάται επίσης σε γυναίκες με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου με αιμοδιάλυση, με χρόνια νοσήματα όπως σακχαρώδη διαβήτη, καρδιακή νόσο, πνευμονοπάθεια, ρευματικά νοσήματα, αλκοολισμό, ασπληνία, ανεπάρκεια κλασμάτων συμπλέγματος, χρόνια ηπατική νόσο. Επίσης, ο HPV εμβολιασμός συνιστάται στην Ελλάδα και σε άνδρες μέχρι 26 ετών, οι οποίοι έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες, για την πρόληψη του καρκίνου του πρωκτού.

Καταστάσεις ανοσοκαταστολής για τις οποίες απαιτείται δοσολογικό σχήμα 3 δόσεων είναι οι πρωτοπαθείς ή δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες που οδηγούν σε μείωση της κυτταρικής ή χυμικής ανοσίας, όπως π.χ. ανοσοανεπάρκειες των Β-λεμφοκυττάρων με μειωμένη παραγωγή ανοσοσφαιρινών, μερική ή ολική ανεπάρκεια Τ-λεμφοκυττάρων, HIV νόσος, κακοήθη νεοπλάσματα, ιστορικό μεταμόσχευσης, καταστάσεις αυτοανοσίας που η χορήγηση ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων προκαλεί ανοσοανεπάρκεια (π.χ. συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αγγειίτιδες) ή χρόνια χρήση ανοσοκατασταλτικών θεραπειών (π.χ. αζαθειοπρίνης, μυκοφενολικού).

Created by